Home > Term: recalcitrance
recalcitrance
Ικανότητα μιας ουσίας να παραμείνουν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον σε αναλλοίωτη μορφή.
- Kalbos dalis: noun
- Pramonės šaka / sritis: Biology; Chemistry
- Category: Toxicology
- Company: National Library of Medicine
0
Kūrėjas
- Khrysaor
- 100% positive feedback