Home > Term: άδεια
άδεια
Ένα έγγραφο που εκδίδεται από το αρμόδιο δικαστήριο με σκοπό να επιτρέπει την απόδοση μιας καθορισμένης δραστηριότητας.
- Kalbos dalis: noun
- Pramonės šaka / sritis: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Kūrėjas
- Andreas
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)