Home > Term: ανικανότητα
ανικανότητα
Μια συνθήκη βάσει της οποίας τον άνθρωπο δεν λειτουργούν επαρκώς και καταστεί δυνατό να διαφύγουν ανυπόφορη συνθήκες.
- Kalbos dalis: noun
- Pramonės šaka / sritis: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Kūrėjas
- Golgotha
- 100% positive feedback