Home > Term: εκρηκτικό-ενεργοποιείται συσκευή
εκρηκτικό-ενεργοποιείται συσκευή
Κάθε εργαλείο ή μηχανοκίνητες ειδική συσκευή, η οποία ενεργοποιείται από εκρηκτικές ύλες.
- Kalbos dalis: noun
- Pramonės šaka / sritis: Fire safety
- Category: Prevention & protection
- Company: NFPA
0
Kūrėjas
- Αλεξανδρος
- 100% positive feedback
(Thessaloniki, Greece)